Yπέρ των ευαίσθητων σκύλων

 

Ήταν ευαίσθητος ο σκύλος; Πολέμησε για να σώσει τον τρόπο ζωής του; Τον πολιτισμό του; Το δημοκρατικό δικαίωμα να κουνά την ουρά του, όποτε εκείνος θέλει; Στη δημοκρατία υπάρχει χώρος και για σκύλους. Σύμφωνοι, αλλά αυτός ο σκύλος για ποιο λόγο έλαβε μέρος στη μάχη; Για να μη χάσει τον περίπατό του στην Ακρόπολη; Για να μην απογοητεύσει το αγιόκλημα στον φράχτη; Το αγιόκλημα που γνωρίζει μόνο ν’ αγκαλιάζει; Για να μη λυπήσει την κληματαριά στην ασβεστωμένη αυλή; 

Εκεί μαζεύονταν οι φίλοι, μετά την εκκλησία του δήμου. ΄Ηταν ωραία! ΄Επιναν δροσερό κρασί, σχολίαζαν τους ρήτορες, ανέλυαν τις ψηφοφορίες και χάιδευαν τα κουτάβια του.

Αυτός δεν τα πολυχάιδευε. ΄Ηταν αυστηρός μαζί τους.


΄Ηθελε να τα μάθει να μη γαβγίζουν σαν ρήτορες. Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι δεν θα άντεχε να τα δει κομματόσκυλα.



Καλά είναι τούτα, αλλά δεν απαντούν στο ερώτημα: Γιατί πολέμησε;΄Ηθελε να υπερασπίσει την  αττική λιακάδα του; Να διασώσει το καπνιστό κρέας του και το θέατρό του; Εξαιρετικής ποιότητας και τα δύο. Το κρέας και το θέατρο πήγαιναν μαζί στο μυαλό του, όπως ακριβώς σήμερα στο μυαλό των θεατών της Επιδαύρου. Δεν αδημονούν να  τελειώσει αυτή η τραγωδία, για να χλαπακιάσουν σκυλίσια; 

Εκείνου η όρεξη σκύλιαζε θαυμάσια πριν από την παράσταση. Φυσιολογικό κι αναμενόμενο. Θέατρο με πικ νικ ήταν οι παραστάσεις της εποχής του. Καπνιστό κρέας τού έδινε συνήθως το αφεντικό, καθώς ανέμεναν ν’ αρχίσει το έργο. Ψαχούλευε διαρκώς στο σακίδιό του και τσιμπολογούσε. Το ίδιο έκαναν κι άλλοι πολλοί. ΄Οχι σκύλοι. Μόνος αυτός εκπροσωπούσε το είδος του στο θέατρο. Αφεντικά, εννοώ. Με το δικό του ήταν αχώριστοι. Και πάντοτε διακριτικοί. ΄Επιαναν μιαν άκρη για να μην ενοχλούν. ΄Οχι πίσω. Στο πλάι, σε λογική απόσταση από τη σκηνή, ώστε να μπορούν να παρακολουθήσουν το έργο.



Ακόμη και οι λέοντες πανικοβάλλονται

εμπρός στα δόρατα και τα ξίφη.

Αυτό το ήξεραν και οι παλιοί Ζουλού.

΄Ηξεραν επίσης ότι, από τα ζώα,

μόνον ο σκύλος καταπίνει τον φόβο του

και στέκεται πλάι στο αφεντικό του,

για να δαγκώσει όσους προλάβει,

πριν τον μαχαιρώσουν δέκα μαχαίρια

και τον τρυπήσουν εκατό βέλη.


Κατάπιναν την τελευταία μπουκιά και η παράσταση άρχιζε. ΄Ολα τότε γίνονταν θαυματουργά. Οι γύρω λόφοι με τους βωμούς, οι εξεταστικές ματιές των αγαλμάτων που τους βαθμολογούσαν, οι ηθοποιοί-αγαθοποιοί ή κακοποιοί, τα κρυστάλινα λόγια των δραματικών διαλόγων, τα χορικά άσματα, το χέρι του αφεντικού στον σβέρκο του, οι θεατές που έμεναν με το στόμα ανοιχτό.΄Ολα τότε γίνονταν μαγικά. Προπάντων, ο σκύλος κι ο Αισχύλος…


Ήταν λοιπόν ευαίσθητος σκύλος; ΄Η ήταν σκληρόκαρδος σκύλος; Που τον είχαν μεθοδικά εκπαιδεύσει να φρουρεί άγρυπνα, να καταδιώκει άγρια και να κατασπαράζει ανελέητα, όπως οι σκύλοι των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης και των σταλινικών γκουλάγκ; Θα με φάει η απορία. Για τον σκύλο που πολέμησε στον Μαραθώνα μιλώ. 



Το ιστορικά βεβαιωμένο είναι ένα και λιγοστό: Κάποιος Αθηναίος πολίτης είχε μαζί του, στη Μάχη του Μαραθώνα, τον σκύλο του. Κάποιος πολίτης. Κάποιον σκύλο. ΄Ασημοι. Μόνον με άσημους, αδύνατον να γραφεί ιστορία. Το ζώο πολέμησε με τόση γενναιότητα, ώστε οι Αθηναίοι το έβαλαν στην πινακοθήκη τους, στην "Ποικίλη Στοά". Ζήτησαν από τον ζωγράφο Μίκωνα να το απεικονίσει ανάμεσα στον Κυνέγειρο, τον Επίζηλο, τον Καλλίμαχο και τους άλλους επιφανείς που έπεσαν ηρωικά στο πεδίο της μάχης. Επτακόσια χρόνια αργότερα, ο τυχερός Παυσανίας, δημοσιογράφος που η ζωή τον άφηνε να κάνει το κέφι του, είδε το έργο του Μίκωνα. Το είδε, το συζήτησε, αλλά δεν αναφέρει κάτι που να φωτίζει τον αγώνα του σκύλου. Δεν πειράζει. Υπάρχουν ερευνητές που καλύπτουν τα κενά της ιστορίας.

Με τον ορθολογισμό λύνουν μεγάλες απορίες στο άψε σβήσε. Δεν φοβούνται μήπως καταστούν γελοίοι. ΄Ενας τους θεωρεί ότι ο Χριστός παρέλαβε τη διδασκαλία του από τους ραβίνους και τους άλλους φαρισαίους. Η έρευνά του "αποδεικνύει" ότι ο Ιησούς ήταν λογοκλόπος και αντιγραφέας. Στο ευπώλητο βιβλίο του, ο ορθολογισμός δικτατορεύει, απαγορεύει την ποίηση και αυτοκτονεί, όπως όλες οι δικτατορίες. 

"Ο σκύλος είναι σκύλος", αποφάνθηκε ο ερευνητής που ρώτησα εγώ. "Αν πέσεις σε χαντάκι και σώσει τη ζωή σου, ειδοποιώντας τους γείτονες με αγωνιώδη γαβγίσματα, το κάνει επειδή τον ταΐζεις, όχι επειδή σε αγαπά. Οι σκύλοι δεν αγαπούν, ούτε μισούν. Μόνον οι άνθρωποι κάνουν τέτοια αστεία. Στον Μαραθώνα, όμως, βλέπουμε κάτι φοβερό: ΄Οτι τα κτήνη οι άνθρωποι, όχι τα κτήνη τα ζώα, έμαθαν στον σκύλο να σκοτώνει.  Οι άνθρωποι είναι κτήνη. Στα ερευνητικά κέντρα αγαπούμε τα ζώα".

Τα αγαπούν, αλλά τα καταλαβαίνουν; Πότε οι σκύλοι δεν αποφεύγουν τα ξίφη; ΄Οταν ούτε το αφεντικό τους τα αποφεύγει.

Ακόμη και οι λέοντες πανικοβάλλονται εμπρός στα δόρατα και τα ξίφη. Αυτό το ήξεραν και οι παλιοί Ζουλού. ΄Ηξεραν επίσης ότι, από τα ζώα, μόνον ο σκύλος καταπίνει τον φόβο του και στέκεται πλάι στο αφεντικό του, για να δαγκώσει όσους προλάβει, πριν τον μαχαιρώσουν δέκα μαχαίρια και τον τρυπήσουν εκατό βέλη.

Ένας γέρος Ζουλού θα έλεγε ότι ο Αθηναίος σκύλος που πολέμησε στον Μαραθώνα πέρασε από τη γενναιότητα στην αυτοθυσία. ΄Οσοι αντιμετώπισαν λέοντες μπορούν να κρίνουν τους σκύλους. Aς το έχουν υπόψη τους οι ερευνητές. Δεν τα πάμε άσχημα με τον ορθολογισμό, ούτε με την αμύθευτη ιστορία. Το έτος 4000 μ. Χ. ο ιστοριογράφος θα δει, ελπίζω, τις φωτογραφίες των γυμνόστηθων κοριτσιών στην παραλία των Καννών. Αν συμπεράνει ότι με το γυναικείο στήθος αναπτυσσόταν η κινηματογραφική τέχνη πριν από δύο χιλιάδες χρόνια, θα πείσει πολλούς. Είναι ειδικός. Δίδαξε στην Οξφόρδη. ΄Εχει ντοκουμέντα. Ιδού, πάρτε τις φωτογραφίες στη μούρη. Θα πείσει, αλλά θα έχει χάσει τον Λόρενς Ολιβιέ και την Κατίνα Παξινού.

Οι Αθηναίοι πολέμησαν στον Μαραθώνα πέντε αιώνες πριν από την είσοδο του Χριστού στην ιστορία. Μεγαλύτερο βάθος χρόνου επιτρέπει συνήθως μεγαλύτερη αυθαιρεσία. Δεν την επιχείρησαν ακόμη. Δεν είπαν  ότι οι Πέρσες ήταν χελιδόνια, που ήρθαν στην Ελλάδα για να γλυκάνουν την πικρή ζωή των σπουργιτιών της και να αποχωρήσουν ειρηνικά, αφήνοντας τις καλύτερες αναμνήσεις. Αντιθέτως, θεωρούν ότι στον Μαραθώνα σώθηκε ο πολιτισμός που παρέλαβαν από την Αθήνα και που ονομάζουν "δυτικό πολιτισμό". Αλλ’ έως πότε; Η υπόθεση Ιησούς προειδοποιεί ότι σημαντικότερες από την ιστορία είναι οι πωλήσεις των βιβλίων ιστορίας.

Βλέπουμε την αλήθεια που μπορούμε να δούμε. Τώρα βλέπουμε, ας είναι καλά ο ΄Αντονι Μπήβορ και ο Νόρμαν Ντέιβις, την αλήθεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. ΄Οταν δεν φαίνεται η αλήθεια, επειδή μάκρυνε και ξεθώριασε, ας το ομολογούμε. Ας αντιγράψουμε επιτέλους τη στοιχειώδη εντιμότητα του απλού ανθρώπου που περνά κάτω από το παράθυρό μας, συνοδεύοντας τον σκύλο του.

Εκεί Μαραθών. Εδώ Σιδών!

Η Μάχη του Μαραθώνα ανήκει σ’ εκείνα που σέβονται ακόμη. Αν κάποιοι την αμαυρώνουν, είναι "Οι νέοι της Σιδώνος", όπως τους κινηματογραφεί στο ομότιτλο ποίημά του ο Καβάφης. Εισπνέουν τα ακριβά αρώματά τους, υψώνουν το φρύδι, κινούν τη μύτη. Βρομάει ο ιδρώτας των μαραθωνομάχων. Ο πιο αρωματισμένος  μέμφεται τον Αισχύλο, επειδή δεν θέλησε να αναφέρει τα ποιητικά του αριστουργήματα στο επίγραμμα που έβαλαν στον τάφο του. Το μόνο που ανέγραψε (ο ίδιος, κατά την παράδοση) είναι ότι υπήρξε μαραθωνομάχος. Τίποτε άλλο. Του υπεραρκούσε να συστήνεται στις επόμενες γενιές ως απλός Αθηναίος πολίτης που πολέμησε τους Πέρσες μαζί με τους συμπολίτες του.

"Α δεν μ’ αρέσει το τετράστιχον αυτό", λέει ο νεαρός. "  Το έργον σου θυμήσου [ω, ποιητή] μες στην δοκιμασίαν […] ΄Ετσι από σένα περιμένω κι απαιτώ. Κι όχι απ’ τον νου σου ολότελα να βγάλεις της Τραγωδίας τον Λόγο τον λαμπρό […] και για μνήμη σου να βάλεις μ ό ν ο που μες στων στρατιωτών τες τάξεις, τον σωρό πολέμησες και συ".

Το παλικάρι είναι λάτρης της ανώτερης και πιο λεπτής αισθητικής. Δεν είναι του σωρού, ούτε του περσικού ούτε του σωρού των απλών Αθηναίων στρατιωτών. Πιστεύει στην "τέχνη για την τέχνη" τόσο βαθιά, ώστε αδιαφορεί για τους βαρβάρους. Η τέχνη είναι το παν, θαρρεί. Μην ασχολείσθε με την κτηνώδη ιστορία. Αλλά ο Αισχύλος υπήρξε αριστοτελικός πριν από τον Αριστοτέλη. Με το ιδιόγραφο επιτύμβιό του επιβεβαίωσε ότι η δικαιοσύνη είναι το παν, όχι η τέχνη. Η δικαιοσύνη τόσο στην καθημερινή ζωή, στη μικροϊστορία που περιλαμβάνει εμένα και τον σκύλο μου, όσο και στη λεγόμενη "μεγάλη ιστορία". ΄Ισως η δικαιοσύνη  να είναι θαμμένη στο πεδίο της Μάχης του Μαραθώνα και να αναζητεί πολιτικό αρχαιολόγο.

Εδώ ανακύπτει το ερώτημα: Γιατί γράφουμε; Ο Αισχύλος ερωτά, όχι κανένας σκύλος. Γράφουμε, γιατί είμαστε μικροί κι ασήμαντοι. Αν ήμασταν Ιησούς ή Σωκράτης, δεν θα γράφαμε. Γιατί γράφουμε; Διότι γράφουμε μέ λέξεις, που είναι το εύκολο, και όχι με πράξεις, όχι με μαραθώνιες μάχες, που είναι το δύσκολο. ΄Ισως γι’ αυτό ο θείος Πλάτων εξορίζει τους ποιητές από την ιδανική Πολιτεία του. ΄Ισως γι’ αυτό ο Αριστοτέλης δηλώνει ότι "η δικαιοσύνη είναι ανώτερη από την ποίηση". Ο ποιητής είναι κατώτερος από τον δίκαιο. Δικαιοσύνη για κείνους ήταν η συμπερίληψη, η σκέπη και η συντονίστρια όλων μα όλων των αρετών. Σε σημερινούς όρους θα ήταν ίσως η "καλοσύνη", που περιλαμβάνει όλα τα καλά της ψυχής.  Τι σημαίνει ότι "η δικαιοσύνη είναι ανώτερη από την ποίηση"; Πώς εφαρμόζεται το αξίωμα;

Στο επιτάφιο επίγραμμά του ο Αισχύλος θυσίασε όλες τις τραγωδίες του για μια κοινή θέση οπλίτη στον Μαραθώνα. Μπορείτε να φανταστείτε άλλον ποιητή να θυσιάζει το ωραιότερό του ποίημα, για να σώσει μια οικογένεια; ΄Εναν Εβραίο διωκόμενο από τους ναζιστές; ΄Εναν Παλαιστίνιο πληγωμένο; Μπορείτε να τον φανταστείτε να λέει "Δεν θα καθήσω να γράψω το ‘΄Αξιον Εστί’, διότι, τούτο το καλοκαίρι, πρέπει να αφιερώσω την αγωνία μου στο να γυρίζω δώθε κείθε, εκλιπαρώντας δανεικά, με σκοπό να σωθεί ένας χρεωμένος πολύτεκνος από τη φυλακή";

Αν είναι αριστοτελικός και πιστεύει ότι η δικαιοσύνη, η καλοσύνη δηλαδή, είναι ανώτερη από την ποίηση, ναι, θα θυσιάσει το ωραιότερό του ποίημα για να σώσει έναν αδελφό. Υπάρχουν τέτοιοι; Προσωπικά δεν συνάντησα κανέναν, αλλά μου αρκεί το επιτύμβιο του Αισχύλου. Πήγε στρατιώτης, αντί να αμπαρωθεί στο σπίτι του για να γράψει ένα αριστούργημα. Δεν σκέφθηκε: "Ας πάει άλλος στη θέση μου. Εγώ οφείλω να συνθέσω άλλο ένα υπέροχο έργο και να το υποβάλω για βράβευση". Δεν είπε: "Εγώ πολεμώ με την πένα μου".


Το ερώτημα "Γιατί γράφουμε;" ο Ερνέστο Σάμπατο το απάντησε ως εξής: "Η συντριπτική πλειοψηφία γράφει για αιτίες κατώτερες. (Γράφουν) επειδή ζητούν φήμη και χρήμα. (Γράφουν) γιατί, απλούστατα, τους είναι εύκολο, γιατί δεν αντιστέκονται στη ματαιοδοξία να δούν το όνομά τους τυπωμένο. Στην καλύτερη περίπτωση, γράφουν για διαφυγή ή για παιχνίδι. Απομένουν τότε οι λίγοι που λογαριάζονται: Εκείνοι που νιώθουν επίμονα τη σκοτεινή ανάγκη να αποτυπώσουν τη μαρτυρία του δράματός τους, της ατυχίας τους, της μοναξιάς τους. Είναι οι μάρτυρες", καταλήγει ο Σάμπατο, "δηλαδή οι εκφραστές μιας εποχής. Είναι οι άνθρωποι που δεν γράφουν εύκολα, αλλά με δάκρυ" .

Ο Αισχύλος έγραψε τη μαρτυρία του στον τάφο του και στους "Πέρσες" που γνώρισα στο Κολονάκι.΄Ενα μεσημέρι ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης με πήγε στο σπίτι του Στούρε Λινέρ, Φωκυλίδου 24. Ακμαίος ΄Ελληνας ο Σουηδός σε εποχή παρακμής των Ελλήνων. Στα γραπτά του σκύβουν όσοι στον κόσμο απέμειναν ελληνιστές. Το σημαντικότερο: Οι κρεοπώλες δεν κατάλαβαν ποτέ ότι είναι "ξένος". Απεσταλμένος του Ερυθρού Σταυρού στην κατεχόμενη από τους ναζιστές Ελλάδα, έζησε τη μεγάλη δυστυχία μας. Φίλος του Γιώργου Σεφέρη, πρώτος υποστηρικτής του για το βραβείο Νόμπελ, συνοδός του όταν πήγε στη Στοκχόλμη για να το παραλάβει. Ανοίχτηκε σε διηγήσεις. ΄Ακουσα ότι ο Σεφέρης ζήτησε να του καταβάλουν σε μετρητά, όχι σε επιταγή, το ποσό που συνοδεύει το βραβείο. Τον βασάνιζαν πάντοτε οι οικονομικές δυσκολίες. Δεν είχε ξαναδεί τόσα λεφτά. ΄Ηθελε να διαπιστώσει πόσο χώρο πιάνουν τα χαρτονομίσματα, σκέφθηκα για τον μάγο της φυλής μου.΄Ακουσα, και με εντυπωσίασε πιο πολύ, ότι ο Σεφέρης ξέχασε το βαλιτσάκι με τα λεφτά στο σαλόνι του ξενοδοχείου, κάτω από έναν καναπέ.

΄Ομως, το ανεξίτηλο είναι άλλο. Ο Στούρε Λινέρ ήταν ο πιο στενός συνεργάτης του Νταγκ Χάμαρχουελντ,  του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ, ο οποίος, το 1961, σκοτώθηκε στην Αφρική. Πήγαινε να διαπραγματευθεί τον τερματισμό του εμφύλιου πολέμου στο Κονγκό, αλλά του έκοψαν τον δρόμο συντρίβοντας στον αέρα το αεροσκάφος του. Ο αρχιεπίσκοπος Ντέσμοντ Τούτου, ως πρόεδρος της Επιτροπής Αλήθειας και Συμφιλίωσης της Νότιας Αφρικής, ανακοίνωσε, το 1998, την "ανακάλυψη εγγράφων που αναφέρονται στο σαμποτάζ". Διακυβευόταν τότε πού θα καταλήξουν οι πλούσιες σε διαμάντια περιοχές του Κονγκό. Απεσταλμένος του ΟΗΕ στο Κονγκό (αργότερα στην Καμπότζη) ήταν ο Λινέρ. 

Κάποτε, ο Χάμαρχουελντ κάλεσε τον Λινέρ στο σπίτι του, στο Μανχάταν, για να μαγειρέψουν σουηδικά και να πούν τα δικά τους. Δειπνούσαν, συζητώντας έξω καρδιά, όταν ο ξαφνικά ο Χάμαρχουελντ ρώτησε. "Στούρε, αν ξέμενα ολομόναχος σ’ ένα μακρινό νησί και για συντροφιά έπρεπε να κρατήσω μόνον ένα βιβλίο, ποιο θα μου έδινες; Μη μου πεις τη Βίβλο. Αυτό το ξέρω κι εγώ". "Τους Πέρσες του Αισχύλου", απάντησε αμέσως ο Λινέρ. "Γιατί, Στούρε;" "Διότι εκεί βλέπεις για ποιο λόγο εμείς ζούμε σήμερα όπως ζούμε. Βλέπεις γιατί έχουμε ελευθερία. Γιατί έχουμε δημοκρατία, που είναι η εγγύηση και η καθημερινή εφαρμογή της ελευθερίας. Βλέπεις γιατί έχουμε βάσιμη ελπίδα για περισσότερη ανθρωπιά. Στους "Πέρσες" του Αισχύλου ριζώνει αυτή η ελπίδα…"

Οι "Πέρσες" του Αισχύλου αναφέρονται στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, δηλαδή στους Πέρσες του Μαραθώνα που επέστρεψαν. Η Σαλαμίνα είναι το δεύτερο μέρος του πολέμου. Ο Μαραθώνας, το πρώτο.

Ο ιστοριογράφος Βίκτορ Χάνσον  ερεύνησε ένα κρισιμότατο "Αν". Τι θα γινόταν, αν οι ΄Ελληνες δεν είχαν νικήσει τους Πέρσες στη Σαλαμίνα; Θα υπέκυπτε η Αθήνα. Η δημοκρατία της δεν θα άνθιζε για να μας δείξει τον δρόμο. Ούτε το θέατρό της. Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης, κι αν ακόμη έγραφαν ό,τι έγραψαν, η περσική επικράτηση θα έθαβε τα έργα τους παντοτινά. Η ανθρωπότητα θα εξελισσόταν αλλιώς. (Τριμηνιαία Επιθεώρηση Στρατιωτικής Ιστορίας, ΗΠΑ, Φεβρουάριος 1998).

Τελικά, συμφωνώ με τους ερευνητές που έχουν σκαλίσει πολλά, αλλά δεν έχουν ερευνήσει τίποτε, και που τα βιβλία τους γίνονται ανάρπαστα. Ας μη ρωτήσουμε τον σκύλο γιατί πολέμησε. Ας δοκιμάσουμε να ρωτήσουμε το αφεντικό του γιατί τον πήρε μαζί του στη μάχη. Η απάντηση ενός Αθηναίου, που αγαπά τον Αισχύλο, είναι:

Υπάρχουν μάχες, στις οποίες οφείλουν να μετέχουν και οι σκύλοι.

Και η απάντηση ενός Αθηναίου που, εκτός από τον Αισχύλο, αγαπά κι έναν σκύλο, είναι:

Είχα καθήκον να σκοτωθώ στον Μαραθώνα. ΄Ηθελα όμως να ξεψυχήσω όμορφα. Με τη θολή ματιά μου στο υψωμένο ξίφος του Αισχύλου. Με το χέρι στον σβέρκο του σκύλου μου. Δεν θα γύριζα σπίτι. Το προαισθανόμουν.

Είδες; Δεν σε άφησα μόνο σου…



Καμένα δένδρα, καμένη ψυχή


"490 – 2010". Τί είναι; Δύσκολο αίνιγμα. Με αυτή τη διατύπωση, ούτε οι Βουλγαράκης και Λιάπης βρήκαν τη λύση του. Ούτε ο Αντώνης Σαμαράς, ούτε ο σημερινος υπουργός Πολιτισμού.

Έτη ημερολογιακά είναι, όχι κονδύλια. Χρονολογίες είναι, όχι σύνολα προσλήψεων. Πέρυσι είχαμε μεγάλη επέτειο: 2500 χρόνια από τη Μάχη του Μαραθώνα. Σκέφθηκε η Ελλάδα να οργανώσει μια παγκόμια εορτή ελευθερίας και ανθρώπινων δικαιωμάτων; Όχι.

Ήταν μια ευκαιρία ολυμπιακών διαστάσεων και εφάμιλλης προβολής, όχι νοσηρή προγονοπληξία. Θυμήσου ότι δεν υπάρχει δυτικός στοχαστής που να μην τιμά τον Μαραθώνα ως αφετηρία του πολιτισμού του.

Η οργάνωση τέτοιων εκδηλώσεων απαιτούσε έτη προετοιμασίας. Καραμανλής, Πετραλιά, Βουλγαράκης, Λιάπης, Σαμαράς, όλοι τους υπουργοί Πολιτισμού έχασαν την ευκαιρία. Εκτός από τα δένδρα, έκαψαν και την ψυχή του Μαραθώνα.

 

05 Σεπτεμβρίου 2010

 
 

next >

< previous