Θέλουμε στριπτιζ
Τις προάλλες πήγα σε μια δεξίωση από αυτές που φρουρούνται καλά για να μην παρεισφρύσουν φωτογράφοι. Δηλαδή μια δεξίωση από αυτές που οι ανώτεροι άνθρωποι φορούν τα καλά τους χαμόγελα και, στριφογυρίζοντας ένα ποτήρι στο χέρι, κλείνουν συμφωνίες για την επόμενη «κομπίνα» τους.΄Ηταν όλοι τους ακριβά ντυμένοι. Είχαν ξοδέψει τόσα πολλά για να είναι όμορφοι, ώστε πέρασε από τον νου μου η πιο ακραία σκέψη: Καλύτερα να γδύνεσαι παρά να ντύνεσαι, για να βγάλεις το ψωμί σου.
Θέλοντας να συνέλθω από την εμετική κατάσταση που μου δημιούργησαν οι σπουδαίοι παράγοντες της δεξίωσης τηλεφώνησα σ’ έναν ατίθασο φίλο μου:
«Είσαι ρε να πάμε για κάνα στριπτίζ;»
«Θα δούμε μόνο ή θα κάνουμε και τίποτα;» αστειεύθηκε εκείνος.
«Θα δούμε, ρε μαλάκα», του είπα (και το γράφω όπως το είπα για να μην καταντήσω υποκριτής).
Ο φίλος δεν με είχε ξαναδεί να αναλαμβάνω τέτοιες πρωτοβουλίες και χρειάστηκα πολλή ώρα για να τον πείσω ότι σοβαρολογούσα. Δεν πίστευε στα μάτια του...
«Καλά, τι σ’ έπιασε;»
«Θέλω να δω ανθρώπους να γδύνονται, ώστε να καθαρίσω την ψυχή μου από τις βρωμιές που μου προκάλεσαν οι άνθρωποι που ντύνονται ακριβά κι ωραία».
«Ξέρεις», άρχισε να σαρκάζει, “μπορούμε να πάμε κι αλλού για να πετύχουμε το σκοπό σου. Θα πω σε μια φίλη μου να φέρει μια φίλη της και θα πάμε να φάμε. Μετά το φαΐ μπορούμε με άνεση να πάμε... να καθαρίσουμε την ψυχή μας!»
Διαβολόστειλα κι αυτόν και τις φίλες του, έκανα μια στραβοτιμονιά και κατευθύνθηκα στο κατά τη γνώμη του καλύτερο στριπτιζάδικο. Λαδώσαμε γερά για να μας δώσουν καλές θέσεις. Έξοχα! Παραγγείλαμε ποτά και με την πρώτη κιόλας γουλιά πλημμυρίσαμε ηδονή και άρχισε η διαδικασία της κάθαρσης. Υπέροχα!
Οι σκέψεις που κάνει μια στριπτιζέζ την ώρα που γδύνεται δεν μπορούν να ενδιαφέρουν έναν κύριο σαν εμένα που μόλις πριν από μισή ώρα βρισκόταν ευπρεπέστατα ντυμένος σε μια σπουδαία δεξίωση. Τον ενδιαφέρει μονάχα αν η στριπτιζέζ δεν θα κρύψει τίποτε από το σώμα της. Αν θα τα δείξει όλα! Για τις σκέψεις της δεν ρωτάς. Περιττεύουν...
«Αν τύχει κανείς να με ρωτήσει
τι νιώθω όταν το κορμί μου ξεγυμνώνω
κάτω από φώτα, με κινήσεις ωραίες,
πονηρές,
με τον χρυσό προβολέα στα πόδια μου,
λυγερή στριπτιζέζ,
«Τίποτα», του απαντώ...»
Η στριπτιζέζ δεν νιώθει τίποτα, αλλά οι αποκάτω νιώθουν λεβέντικα. Στο έπακρο λεβέντικα! Παλαιότερα έλεγαν ότι η δουλειά κάνει τους άντρες. Σήμερα τους άντρες τούς κάνει μια καλή στριπτιζέζ. Δεν μπορούν να γίνουν αλλιώς. Μια στριπτιζέζ θα είχε κάθε δικαίωμα να περηφανεύεται γι’ αυτό. Το σκέφτεται άραγε; ΄Οχι. ΄Αλλες είναι οι σκέψεις μιας στριπτιζέζ την ώρα που γδύνεται...
«Ξέχασα να πω του γαλατά
να μη μου φέρει γάλα.
΄Οχι, σήμερα δεν πολυδείχνω πισινό,
μοναχά θα τον κουνήσω μία στάλα».
Ο φίλος μου κραύγασε ενθουσιασμένος ότι το θέαμα είναι τόσο όμορφο που δεν πρέπει να λείψει από καμιά τηλεόραση. Του απάντησα αμέσως ότι συμφωνώ απολύτως, αλλά υπό έναν όρο: Το στριπτίζ να έρχεται μετά τη μετάδοση μιας σπουδαίας δεξίωσης. Ο φίλος μου παρατήρησε ότι, εκτός από τρελός, είμαι και μεθυσμένος. Τον έγραψα στα παλιά μου τα παπούτσια και ξανακοίταξα την κοπέλα.΄Ηταν πράματι συγκλονιστική. Με το δίκιο τους οι αποκάτω παραληρούσαν...
«Ας γίνω πιο χαμογελαστή,
ο χοντρός κρατάει μαχαίρι.
θα σου τα δείξω!
Λύκοι! Το νοίκι
πώς θα το πληρώσω;»
Νιώθαμε τόσο ωραία που έλεγες να μην τελειώσει ποτέ αυτή η παράσταση...
«Νιώθω σαν μεγάλος αφέντης εδώ μέσα», είπε ο φίλος μου με μάτια γουρλωμένα από ικανοποίηση...
«Κι εγώ. ΄Ολοι νιώθουμε σαν αφέντες εδώ», τον χτύπησα στην πλάτη. Και απήγγειλα τραυλίζοντας από το αλκοόλ:
«Αφέντες που το στερνό
δουλικό της Τέχνης
χαρίζει λίγη απόλαυση».
«Μα τι στο διάβολο λές; ΄Αλλη φορά να μην πίνεις τόσο πολύ...»
«Δεν μιλάει το ουίσκι», απολογήθηκα. “Ο Μπέρτολντ Μπρέχτ μιλάει. Ξέρεις, έγραψε ένα ποίημα για τις στριπτιζέζ...»
«Και τι ήθελε να αποδείξει μ’ αυτό;»
«΄Οτι οι στριπτιζέζ γδύνουν το σώμα τους, αλλά κρατούν ντυμένη την ψυχή τους. Αντίθετα, στη δεξίωση που βρισκόμουν πριν από δυο ώρες, είχαν ωραία ντυμένο το σώμα τους, αλλ’ είχαν γδυθεί απ’ την ψυχή τους...»
«Καλά, καλά, εντάξει...»
«Το ποίημα φέρει τον τίτλο «Οι σκέψεις που κάνει μια στριπτιζέζ την ώρα που γδύνεται». Ωραίο, έτσι;»
«Ωραίο, δε λέω. Αλλά τι με νοιάζει εμένα;»
Γιατί να τον νοιάζει; Δεν τον καλούν σε δεξιώσεις τον κακομοίρη…
Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010