Ο Χριστός στο ξυλουργείο

 

     Του ζητούσαν να φτιάξει πόρτα, παράθυρο, τραπέζι, σκαμνί, κρεβάτι, κούνια. Από πεύκο ή κέδρο ή ευκάλυπτο. Τα μαλλιά του, γεμάτα ροκανίδια. Το πρόσωπό του επίμονα σκυμμένο στο αντικείμενο της δουλειάς του. Τότε δεν πρόσφερε εύκολα τη ματιά του, παρά μόνο στα παιδιά, αλλά για τούτο ακριβώς οι νεαρές μητέρες την αναζητούσαν περισσότερο. Η θέα του ήταν που τους έκανε να αναφωνούν μέσα τους:

     «Ω, Γιαχβέ, αυτός ο ξυλουργός – Ιησού δεν τον λένε; - έχει κάτι όμορφο που δεν το συναντάς αλλού. Κάπως έτσι θα ήταν ο Δαβίδ!Η ομορφιά του δεν μιλάει όπως η ομορφιά των άλλων».

     ΄Ηρεμη ομορφιά, σαν αρυτίδωτη πρωινή καλοκαιρινή θάλασσα, που μένει πάντοτε εκεί στη θέση της, όπως αυτός στον πάγκο του, αλλά ταυτόχρονα μεταφέρεται μυστικά μέσα σου και σε γεμίζει γαλάζια φωτεινή γαλήνη.

     Μια δεκατετράχρονη έγκυος παρήγγειλε την κούνια του παιδιού της. Της την έφτιαξε σαν φάτνη. Καθώς ήταν γλυκύτατος κι απόμακρος σαν σύννεφο κι ευγενικός σαν χαμομήλι, δεν μπορούσε να του διαμαρτυρηθεί. Απλώς ήθελε μια λέξη απ’ Αυτόν, την κατάλληλη λέξη για να δικαιολογήσει την παράξενη τεχνοτροπία του στον σύζυγό της. ΄Ανθρωπο θα γεννούσε, όχι κτήνος.

     Εκείνος, παραδίδοντας την κούνια, της εξήγησε:

     «Όταν μεγαλώσει λιγάκι το πρώτο σου παιδί, θα τη δώσεις στο επόμενο, με το καλό. Μετά στο επόμενο, και κατόπιν στο επόμενο. Είναι γερή. Κι όταν παλιώσει και μεγαλώσεις κι εσύ, θα την αποσπάσεις από το στήριγμά της, στο οποίο λικνίζεται, και θα την πας στον στάβλο. Θα βάζεις μέσα της το χόρτο, για να τρέφονται ο βους και ο όνος».

     Η νεαρή γυναίκα άφησε δύο καρβέλια ψωμί επάνω στον πάγκο, ως αμοιβή του ξυλουργού, είπε ότι άλλο ένα θα του φέρει τον ερχόμενο μήνα, πήρε την κούνια, χαιρέτησε χαμογελαστά κι έφυγε. Στον δρόμο για το σπίτι της απορούσε από πού να προέρχεται αυτή η γεύση αλατιού στα χείλη της…

     «Τρελάθηκα», ψιθύρισε. «Νιώθω μια ήμερη θάλασσα μέσα μου».

     Την ίδια στιγμή ο ξυλουργός παρατηρούσε τον άδειο σκονισμένο δρόμο που εκείνη είχε διανύσει πηγαίνοντας σπίτι της και δοκίμαζε το ψωμί της που το έβρισκε πεντανόστιμο.

     ΄Εκανε πολλά παιδιά. ΄Αλλα έμειναν στο χωριό, άλλα πήγαν για δουλειά στην πρωτεύουσα. Πρώτο έφυγε το πρωτότοκο, που βοηθούσε και τ’ άλλα να τα βγάλουν πέρα στη φτώχεια τους. Το όνομά του να ήταν Στέφανος, αν δεν απατώμαι…

 

Παρασκευή, 03 Σεπτεμβρίου 2010

 
 

next >

< previous